Πως αντιμετωπίζονται οι Μαθησιακές δυσκολίες

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο ακούμε για τις «μαθησιακές δυσκολίες» που παρατηρούνται σε αρκετά παιδιά – στην πραγματικότητα όμως οι περισσότεροι γονείς δεν έχουμε σαφή εικόνα του τι ακριβώς σημαίνει ο όρος, προσδίδοντάς του έτσι υπεραπλουστευμένες ή, αντίθετα, υπέρ του δέοντος φορτισμένες, ερμηνείες. Ας δούμε λοιπόν τι ακριβώς σημαίνουν οι μαθησιακές δυσκολίες, ποιά είναι τα βασικά «πρακτικά» συμπτώματα που σηματοδοτούν την παρουσία τους και το βασικότερο όλων:  τι μπορούμε να κάνουμε.

Έτσι, για να έχουμε μία τεκμηριωμένη εικόνα, απευθυνθήκαμε σε μία ειδικό επί του θέματος – τη λογοθεραπεύτρια Γεωργία Κοίλιαρη – Καλαμβόκη*:

μαθησιακές δυσκολίες 

Τι ακριβώς περιλαμβάνει ο περίφημος όρος «μαθησιακές δυσκολίες»; 

Με τον όρο «Μαθησιακές Δυσκολίες» αναφερόμαστε σε ένα σύνολο ανομοιογενών δυσκολιών τις οποίες αντιμετωπίζει ο μαθητής κατά την μαθησιακή διαδικασία, κατά την κατάκτηση δηλαδή και την χρήση ικανοτήτων όπως η ομιλία, η κατανόηση, η ακρόαση, η ανάγνωση, η γραφή και οι μαθηματικοί υπολογισμοί. Οι μαθησιακές δυσκολίες θεωρούνται πλέον κατά βάση εγγενείς και αποδίδονται σε αδιόρατες βλάβες στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Σ’ ένα ποσοστό 30% – 60% έχει παρατηρηθεί και κληρονομικότητα.

Οι δυσκολίες αυτές εντείνονται από την συνύπαρξη και άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, όπως η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής / Υπερκινητικότητας (Δ.Ε.Π.Υ.), η Νοητική Υστέρηση (Ν.Υ.),  τα Αισθητηριακά ή/ και Κινητικά προβλήματα, οι Διαταραχές Λόγου/ Ομιλίας, οι Συναισθηματικές Διαταραχές, οι Αναπτυξιακές Διαταραχές, οι Διαταραχές Συμπεριφοράς και οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιδράσεις.

Ποιά είναι τα πρώτα σημάδια / συμπτώματα που θα πρέπει λειτουργήσουν ως «καμπανάκι» για τους γονείς ότι υπάρχει πρόβλημα;

Για την πιο έγκυρη και έγκαιρη παρέμβαση, είναι ιδιαίτερα σημαντική η παρατήρηση της λειτουργικότητας του παιδιού από την προσχολική ηλικία. Η ψυχοκινητική ανάπτυξη ενός παιδιού όπως καταγράφεται στο ιστορικό του, το γνωστικό/ νοητικό του επίπεδο αλλά και οι λειτουργικές, καθημερινές του δεξιότητες, μας δίνουν από πολύ νωρίς μια πρώτη εικόνα. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη λόγου/ομιλίας θεωρείται προδιαθεσικός παράγοντας για μαθησιακές δυσκολίες, καθώς επίσης και οι δυσκολίες οπτικής, χωροχρονικής και ακουστικής αντίληψης. Η μειωμένη μνημονική ικανότητα και δυσκολίες προσανατολισμού (χωροχρονικά) μπορούν επίσης να αποτελέσουν ενδείξεις για μετέπειτα δυσχέρειες σε μαθησιακό επίπεδο. Η ευκολία κατάκτησης νέων πράξεων και εννοιών και η αύξηση του λεξιλογίου σε συνδυασμό με ένα καλό επίπεδο φωνολογικής ενημερότητας, μπορούν να αποτελέσουν ασφαλιστικές δικλείδες σχετικά με την ομαλότερη και επιτυχέστερη ακαδημαϊκή πορεία ενός μαθητή. Ωστόσο, πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνυπολογίζονται οι περιβαλλοντικές επιδράσεις και στο σύνολό του ο ρυθμός ανάπτυξης του παιδιού για να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Επιγραμματικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα ακόλουθα σημεία, ως χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν την κλινική εικόνα παιδιών που έχουν, ή δυνάμει θα εμφανίσουν Μαθησιακές Δυσκολίες:

– Η διάρκεια και η ποιότητα της προσοχής τους είναι περιορισμένη.

– Δυσκολεύονται ν’ ακολουθούν σύνθετες εντολές και οδηγίες.

– Παρουσιάζουν ανωριμότητα.

– Εμφανίζουν δυσκολίες σε επίπεδο οργάνωσης τόσο σε πρακτικά όσο και σε θεωρητικά θέματα.

– Συχνά έχουν στοιχεία υπερκινητικότητας ή και παρορμητικότητας.

– Σε δοκιμασίες σειροθέτησης, ταξινόμησης και αλληλουχίας συχνά αποτυγχάνουν.

– Ο ρυθμός κατάκτησης μαθησιακών εννοιών είναι σταθερά αργότερος από αυτόν των συνομηλίκων τους.

– Χαρακτηρίζονται από αδεξιότητα.

– Ο μυϊκός τους τόνος δεν είναι συχνά ο κατάλληλος, με αποτέλεσμα να κουράζονται γρηγορότερα.

– Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει χαμηλή αυτοεκτίμηση και λανθασμένη αυτοεικόνα. 

– Χρειάζονται βοήθεια για ν’ ανταποκριθούν στα μαθήματά τους.

– Στην ανάγνωση έχουν δυσκολίες στην κατάκτηση του μηχανισμού, μειωμένη κατανόηση και επεξεργασία κειμένων, δυσκολίες διάκρισης γραμμάτων, αντιστροφές, αντιμεταθέσεις και απουσία ή λάθος επιτονισμό, ενώ δεν διαβάζουν σύμφωνα με τα σημεία στίξης.

– Σ’ επίπεδο γραφής και ορθογραφίας προβαίνουν σε παραλείψεις, προσθέσεις, αντικαταστάσεις, αντιμεταθέσεις γραμμάτων, συλλαβών ή και ολόκληρων λέξεων, δεν διατηρούν τις αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις, δεν χρησιμοποιούν σημεία στίξεως ούτε κεφαλαία και μικρά με κατάλληλο τρόπο και σε κατάλληλο τόπο,  τα γράμματά τους είναι δυσανάγνωστα, δεν τηρούν τους κανόνες ορθογραφίας, δεν γενικεύουν εύκολα ό,τι μαθαίνουν και παρουσιάζουν τηλεγραφικού τύπου εκθέσεις ιδεών που δεν ανταποκρίνονται πάντα στο θέμα.

Η κατάσταση ενός παιδιού που αντιμετωπίζει μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό; Παίζει ρόλο η ηλικία του παιδιού κατά την οποία ο γονιός θα διακρίνει το πρόβλημα και θ’ απευθυνθεί στον ειδικό; Ισχύει δηλ. κι  εδώ το »όσο πιο νωρίς τόσο πιο καλά»;

Τα «όσο πιο νωρίς, τόσο πιο καλά» σίγουρα επαληθεύεται και στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ένα παιδί που από νωρίς θα ξεκινήσει πρόγραμμα παρέμβασης, από νωρίς διδάσκεται τεχνικές για να βελτιώνει την οργάνωσή του στον χώρο και τον χρόνο, ενισχύει τις συνδέσεις μεταξύ των εννοιών βελτιώνοντας την μνήμη του και μαθαίνει τρόπους να διαχειρίζεται την «ύλη» .

Για παράδειγμα, ένα παιδί με καθυστέρηση στην ανάπτυξη λόγου/ομιλίας που θ’ ακολουθήσει λογοθεραπευτική παρέμβαση, θα εκπαιδευτεί στην σωστή προσέγγιση και διαχείριση των ήχων. Φθάνοντας στο δημοτικό, το φωνολογικό του σύστημα θα είναι άρτιο και θα έχει ήδη εισαχθεί στην ύλη της πρώτης δημοτικού με τρόπο πιο «φιλικό» και εξατομικευμένο. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε όμως πως όταν μιλάμε για ειδικές μαθησιακές δυσκολίες με οργανική βάση, δεν αναφερόμαστε σε πλήρη αποκατάσταση, αλλά σε βελτίωση των επιδόσεων του μαθητή. Πλήρης αποκατάσταση μπορεί να λάβει χώρα στην περίπτωση μαθησιακών δυσκολιών που προκαλούνται κυρίως από συναισθηματικές δυσκολίες.

Εν κατακλείδι, υπάρχουν κάποια βασικά πράγματα που θα συστήνατε στους γονείς ως «γενικούς κανόνες» σε σχέση με το πρόβλημα των μαθησιακών δυσκολιών;

Η έγκαιρη ανίχνευση, η ακριβής περιγραφή των δυσκολιών ενός παιδιού και η κατάλληλη παρέμβαση είναι οι τρεις παράγοντες που μαζί με την καλή συνεργασία με το σπίτι και το σχολείο θα οδηγήσουν στα καλύτερα αποτελέσματα.

Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να έχουν στο μυαλό τους ότι το παιδί τους είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα και η ενδεχόμενη χαμηλή σχολική του επίδοση δεν θα έπρεπε να επισκιάζει τις επιδόσεις του σε όλους τους άλλους τομείς της καθημερινότητάς του. Να μην ξεχνούν να επαινούν το παιδί τους για τις επιτυχίες του και να το στηρίζουν όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή του.

Η συμμετοχή σε εξωσχολικές δραστηριότητες που δεν έχουν υψηλές «ακαδημαϊκές» απαιτήσεις, όπως θεατρικές ομάδες, μουσική, αθλητισμός κλπ, θα βοηθούν τόσο στην εκτόνωση του παιδιού όσο και στην κοινωνικοποίησή του με συνομηλίκους του.

Η συνέπεια στο καθημερινό πρόγραμμα θα βοηθήσει πολύ το παιδί να οριοθετηθεί και να δομήσει σωστά τις «υποχρεώσεις» του. Η καλή οργάνωση, ακόμα κι αν σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει αντίκρισμα την υψηλή βαθμολογία κατά τη διάρκεια τη σχολικής χρονιάς, ωστόσο αποτελεί ένα σημαντικότατο μάθημα για την ενήλικη ζωή του παιδιού.

Όπως προαναφέρθηκε,  η διαχείριση των Μαθησιακών Δυσκολιών είναι ομαδική δουλειά. Στην διαδικασία εμπλέκονται ο δάσκαλος της τάξης, ειδικός παιδαγωγός, ψυχολόγος και στον βαθμό που κρίνεται χρήσιμο λογοθεραπευτής και εργοθεραπευτής. Η συμμετοχή της οικογένειας για την πορεία του προγράμματος είναι καταλυτική. Επίσης, είναι χρήσιμη η εκτίμηση από οφθαλμίατρο, Ω.Ρ.Λ./ ακοολόγο και οπτομέτρη που θα αξιολογήσει την λειτουργική όραση του μαθητή.

 

* H Γεωργία Κοίλιαρη – Καλαμβόκη είναι Λογοθεραπεύτρια, LSVT© LOUD Certified Clinician, Πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας του Συλλόγου Επιστημόνων Λογοπαθολόγων Λογοθεραπευτών (Σ.Ε.Λ.Λ.Ε.).

– See more at: http://praktikesidees.gr/v2/paidi/mathhsiakes-dyskolies-symptomata-antimetopish 


Δείτε σχετικά...
prev next

loading...

Leave A Comment